LSJἐγείλασαν:Glossἐγείλασαν: συνήλωσαν , Hsch. (Perh. ἐϝ -, cf. γάλλοι .)ἐγείλασαν: συνήλωσαν, Hsch. (Perh.ἐϝ-, cf.γάλλοι.)