LSJἐγερ-τόςGlossἐγερ-τός , ή , όν , = ἐγέρσιμος, ὕπνος Arist. Somn.Vig. 454b14 .ἐγερ-τός,ή,όν,A.= ἐγέρσιμος, ὕπνοςArist. Somn.Vig. 454b14 .ReferencesArist. Somn.Vig. 454b14