ἐγκᾰ́λ-υψις,εως,ἡ,
A. concealment, Str. 10.2.12 (pl.); τῆς ψυχῆς ὑπὸ τοῦ σώματος
Plu. 2.266e
;ἐν ἐγκαλύψει εἶναιto bewrapped in obscurity, M.Ant. 5.10 .
concealment
ἐγκᾰ́λ-υψις,εως,ἡ,
A. concealment, Str. 10.2.12 (pl.); τῆς ψυχῆς ὑπὸ τοῦ σώματος
Plu. 2.266e
;ἐν ἐγκαλύψει εἶναιto bewrapped in obscurity, M.Ant. 5.10 .