ἔγκειμαι,fut.-κείσομαι: used as Pass. ofἐντίθημι:
I. lie in, be wrapped in,ἐπεὶ οὐκ ἐγκείσεαι αὐτοῖς [τοῖς εἵμασι] Il. 22.513 ; so, Hdt. 2.73 ( v.l. ἐσκειμένου ); simply,to be in, ὀφθαλμὸς ἕεις ἐνέκειτο μετώπῳ
Hes. Th. 145
: in mal.part., Herod. 5.3 .
2. ἐγκεῖσθαί τινι to be involved in, πόθῳ
Archil. 84
; βλάβαις
S. Ph. 1318
; μόχθοις
E. Ion 181
(anap.); πολλαῖς ξυμφοραῖς
Id. Hel. 269
; κακοπαθείαις
Plb. 14.9.5
codd.: c. acc.,μελεδῶνας ἔγκειμαιIhavecareslaid on me, A.R. 2.627 .
b. to be implied, involved in, ἐ. τὸ αἰσθητικὸν εἶναι ἐν τῷ εἴδει