ἐγ-κλείω, Ion.
ἐγ-κληί̈ω, Att.
ἐγ-κλῄω, Ep.
ἐνικλείω
A.R. 2.1029 :—
A. shut in, close, ὅκως τὰς πύλας ἐγκληί̈σειε
Hdt. 4.78
; θύρα ἐγκεκλῃμένη
Pl. Prt. 314d
.
II. shutorconfine within,ἑρκέων ἐγκεκλῃμένος(forἐντὸς ἑρκέων κεκλῃμένος) S. Aj. 1274 ; δόμοις ἐγκεκλῃμένος
Id. Tr. 579
: generally,shut up, confine, γλῶσσαν ἐγκλῄσας ἔχει
Id. Ant. 180
;εἰ μὴ γλῶσσαν ἐγκλῄοι φόβοςib. 505 ; στόμα ἐ.
E. Hec. 1284
.