LSJἐγκῡσίκωλοςGlossἐγκῡσίκωλος [ῐ] or ἐγκῡσόχωλος , = ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ κυσοῦ χωλός , Com.Adesp. 6 D.ἐγκῡσίκωλος [ῐ]orἐγκῡσόχωλος,A.= ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ κυσοῦ χωλός , Com.Adesp. 6D.ReferencesCom.Adesp. 6D.Related Lemmasἐγκῡσόχωλος