LSJἀγαλματ-ουργόςGlossἀγαλματ-ουργός , όν , = ἀγαλματοποιός , Poll. 1.12 .ἀγαλματ-ουργός,όν,A.= ἀγαλματοποιός , Poll. 1.12 .ReferencesPoll. 1.12