ἐγχέω, Ep.
subj. ἐγχείῃ(v. infr.):fut.-χέω, lateἐγχύσω f.l. in
Hero Spir. 1.33 :aor. ἐνέχεα, Ep.
ἐνέχευα, but3 pl. ἐνέχεανin tmesi Od. 8.436 ; imper.
A.
ἔγχεον
E. Cyc. 568
:pf.
Pass.
ἐγκέχῠμαι:—pour in, ἐν δ' οἶνον ἔχευεν
Od. 3.40
, 6.77 ; μέθυ . . ἐγχείῃ δεπάεσσι
9.10
; ἔγχεε κέρναις ἔνα καὶ δύο
Alc. 41.4
; οἶνον ἐς κύλικα
Hdt. 4.70
; ὄξος τ' ἄλειφά τ' ἐγχέας ταὐτῷ κύτει