ἐγχράωandἐγχραύω, Ep.
ἐνιχραύω
Nic. Th. 277 :—likeἐγχρίμπτω,
A. dash against, ἐνέχραυεν ἐς τὸ πρόσωπον τὸ σκῆπτρον
Hdt. 6.75
; κυνόδοντά τισι
Nic.
l. c.
II.
Pass. ,ἦσαν δὲ πρός τινας καὶ ἄλλους Ε<>γκεχρημένοι(sc.πόλεμοι)there werewarsundertaken. . , Hdt. 7.145 (prob. f.l. for ἐγκεκρημένοι ).