ἐδητύς,ύος,ἡ,
A. meat, food, in Hom. always in phrase, πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο
Il. 1.469
, etc.; exc. Od. 6.250
δηρὸν γὰρ ἐδητύος ἦεν ἄπαστος.
meat, food
ἐδητύς,ύος,ἡ,
A. meat, food, in Hom. always in phrase, πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο
Il. 1.469
, etc.; exc. Od. 6.250
δηρὸν γὰρ ἐδητύος ἦεν ἄπαστος.