ἕε, poet. forἕ,
A. him, acc. ofοὗ.ἔεδνα,ἐεδνόω,ἐεδνωτής, Ep. forἑδν-.ἐεικοσάβοιος,ἐείκοσι,ἑδωλι-κόσορος,ἑδωλι-κοστός, Ep. forεἰκος-.ἐεικώς, v. εἴκω .ἐείλεον, v. εἴλω .ἔειπα,ἔειπον, Ep. forεἶπα, εἶπον.
him
ἕε, poet. forἕ,
A. him, acc. ofοὗ.ἔεδνα,ἐεδνόω,ἐεδνωτής, Ep. forἑδν-.ἐεικοσάβοιος,ἐείκοσι,ἑδωλι-κόσορος,ἑδωλι-κοστός, Ep. forεἰκος-.ἐεικώς, v. εἴκω .ἐείλεον, v. εἴλω .ἔειπα,ἔειπον, Ep. forεἶπα, εἶπον.