ἐεισάμην,ἐείσαο,part. ἐεισάμενος, Ep.
aor.ofεἴδομαι,
A.
v. Εἴδω :— butἐείσατο,ἐεισάσθην, v. εἴσομαι
11 .
ἐεισάμην , ἐείσαο , part. ἐεισάμενος , Ep. aor. of εἴδομαι , v. Εἴδω :— but ἐείσατο , ἐεισάσθην , v. εἴσομαι 11 .
ἐεισάμην,ἐείσαο,part. ἐεισάμενος, Ep.
aor.ofεἴδομαι,
A.
v. Εἴδω :— butἐείσατο,ἐεισάσθην, v. εἴσομαι
11 .