εἰδηθμός: συστροφή, φυγή, Hsch. (leg.εἰλ-).εἰδηλήγε: ἀναμάρτητον, Id.
εἰδηθμός:
Gloss
εἰδηθμός: συστροφή, φυγή , Hsch. (leg. εἰλ- ). εἰδηλήγε: ἀναμάρτητον , Id.
εἰδηθμός: συστροφή, φυγή , Hsch. (leg. εἰλ- ). εἰδηλήγε: ἀναμάρτητον , Id.
εἰδηθμός: συστροφή, φυγή, Hsch. (leg.εἰλ-).εἰδηλήγε: ἀναμάρτητον, Id.