LSJεἰδωλουργικόςGlossεἰδωλουργικός , ή , όν , = εἰδωλοποιικός : -κή, ἡ , Pl. Sph. 266d .εἰδωλουργικός,ή,όν,A.= εἰδωλοποιικός :-κή,ἡ , Pl. Sph. 266d .ReferencesPl. Sph. 266d