LSJεἰλ-ητικόςGlossεἰλ-ητικός , v.l. for ἰλυσπαστικός (q. v.) in Arist. HA 487b21 .εἰλ-ητικός,A.v.l. for ἰλυσπαστικός (q. v.) in Arist. HA 487b21 .ReferencesArist. HA 487b21