εἰλικριν-ής,ές,
A. unmixed, without alloy, pure, ἐκ πυρὸς τοῦ -εστάτου καὶ ὕδατος
Hp. Vict. 1.35
;θέρμη, ψῦξις, Id. VM 19 ;διὰ τὸ εἰλικρινῆ ἕκαστα εἶναι(sc.τὰ φῦλα)distinct and separate, X. Cyr. 8.5.14 ; εἴ τῳ γένοιτο αὐτὸ τὸ καλὸν ἰδεῖν εἰ., καθαρόν, ἄμεικτον
Pl. Smp. 211e
;τὸ ἧττον εἰ., opp.τὸ καθαρώτερον, Arist. Mete. 340b8 ; τῶν χρωμάτων οὐδὲν ὁρῶμεν εἰ. οἷόν ἐστιν, ἀλλὰ πάντα κεκραμένα
Id. Col. 793b13
; τὸ λευκὸν [μέλι] οὐκ ἐκ θύμου εἰλικρινοῦς
Id. HA 627a3
; εἰ. καὶ ἀμιγής
Id. de An. 426b4
; ἐν μεγάλῳ εἰ. καὶ κενῷ
Epicur. Ep. 2p.37U.
(fort.καὶ εἰ.) ; τὸ ἓν εἰ. καὶ καθαρόν
Plu. 2.393c