LSJεἱλίχατοGlossεἱλίχατο , v. ἑλίσσω . εἰλκτής: αἴτιος , Hsch. εἴλλω , εἵλλω , v. εἴλω .εἱλίχατο,A.v. ἑλίσσω .εἰλκτής: αἴτιος, Hsch.εἴλλω,εἵλλω, v. εἴλω .ReferencesHsch.Related Lemmasεἰλκτής:εἴλλωεἵλλω