LSJἀγαλμητόν:Glossἀγαλμητόν: ἀσθενές, Hsch. ἀγαλμός , v. ἀγαλλιάω.ἀγαλμητόν: ἀσθενές,Hsch.ἀγαλμός,A.v. ἀγαλλιάω.Related Lemmasἀγαλμός