LSJεἰνᾰλίδῑνοςGlossεἰνᾰλίδῑνος [ λῐ], η , ον , = ἐν ἁλὶ δινεύων, αἴθυιαι Arat. 918 .εἰνᾰλίδῑνος[λῐ],η,ον,A.= ἐν ἁλὶ δινεύων, αἴθυιαιArat. 918 .ReferencesArat. 918