LSJἀκεσ-τορίςGlossἀκεσ-τορίς , ίδος , ἡ , fem. of ἀκέστωρ , Hp. Flat. 1 .ἀκεσ-τορίς,ίδος,ἡ, fem. ofἀκέστωρ, Hp. Flat. 1 .