εἴργωorεἵργω,
A.
v. ἔργω .εἰρέα,ἡ,v.subεἴρη(A).εἰρέαται, Ion.
3 pl. pf.
Pass. ofἐρῶ.εἰρέβαδε, = εἰς ἔρεβος , Hsch.
εἰρεθύρη: ὀρσοθύρα, ὁ στροφεύς, Id.
εἴργω or εἵργω , v. ἔργω . εἰρέα , ἡ , v. sub εἴρη (A). εἰρέαται , Ion. 3 pl. pf. Pass. of ἐρῶ . εἰρέβαδε , = εἰς ἔρεβος , Hsch. εἰρεθύρη: ὀρσοθύρα, ὁ στροφεύς , Id.
εἴργωorεἵργω,
A.
v. ἔργω .εἰρέα,ἡ,v.subεἴρη(A).εἰρέαται, Ion.
3 pl. pf.
Pass. ofἐρῶ.εἰρέβαδε, = εἰς ἔρεβος , Hsch.
εἰρεθύρη: ὀρσοθύρα, ὁ στροφεύς, Id.