LSJεἰρύωGlossεἰρύω , εἰρύομαι , poet. for ἐρύω, ἐρύομαι (q.v.).εἰρύω,εἰρύομαι, poet. forἐρύω, ἐρύομαι(q.v.).Related Lemmasεἰρύομαι