εἰσαθρέω,
A. look at, descry,
εἴ που ἐσαθρήσειεν Ἀλέξανδρον
Il. 3.450
, cf. Theoc. 25.215 ; εἰκόνα τήνδ' ἐσάθρει
Epigr.Gr. 906
(Gortyn) ; ἀστέρας εἰσαθρεῖς
Pl. Epigr. 14
: metaph., ἱστορίην ἐσαθρήσας
IG 3.716
.—Poet. Verb.
look at, descry,
εἰσαθρέω,
A. look at, descry,
εἴ που ἐσαθρήσειεν Ἀλέξανδρον
Il. 3.450
, cf. Theoc. 25.215 ; εἰκόνα τήνδ' ἐσάθρει
Epigr.Gr. 906
(Gortyn) ; ἀστέρας εἰσαθρεῖς
Pl. Epigr. 14
: metaph., ἱστορίην ἐσαθρήσας
IG 3.716
.—Poet. Verb.