εἰσκομ-ίζω,pf.
A.
-κεκόμικα
Porph.
(v. infr.):—carry in,
χόρτον
Hes. Op. 606
;guide in,
A. Ag. 951 :— Med. ,bring in for oneself,
τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐσκομίζεσθαι
Th. 2.13
, cf. 1.117 :— Pass. , ἐσκομίζεσθαι εἰς τὰ τείχη take shelter in..,
Id. 2.100
; ἐπειδὰν εἰσκομισθῶσιν πόλει
E. HF 242
; τὸν σῖτον ἐκ τῆς χώρας -κομισθῆναι
IG 2.331.36