εἰσοδ-εύω,
A.
= εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν
PRyl. 162.25
(ii A.D.), cf. Sammelb. 6152.14 .
εἰσοδ-εύω , = εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν PRyl. 162.25 (ii A.D.) , cf. Sammelb. 6152.14 .
εἰσοδ-εύω,
A.
= εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν
PRyl. 162.25
(ii A.D.), cf. Sammelb. 6152.14 .