εἰσπηδάω,
A. leap in,
ἐς τὰς λίμνας
Hdt. 4.132
; εἰς τὸν πηλόν
X. An. 1.5.8
.
2. burst in, εἰσπηδήσας πρός με νύκτωρ ΜειδίαςTest. ap. D. 21.22 ;εἰς τὴν οἰκίανib. 78 , cf. PHal. 1.169
(iii B.C.); εἰς τὰ συνέδρια
Hell.Oxy. 10.2
: abs.,rush in,
Men. Sam. 219 , Act.Ap. 16.29 .