εἴσπλοος, contr.
εἰσόπτρ-πλους,ὁ,
A. sailing inof ships, βιάσασθαι τὸν ἔς.
Th. 7.22
, cf. 24 (pl.), X. HG 2.2.9 .
2. right of entry,
εἶναι αὐτῷ εἴ. καὶ ἔκπλουν αὐτοῖς εἶναι καὶ ἐν πολέμῳ καὶ ἐν εἰρήνῃ
IG 12(7).8
(Amor-gos), etc.
II. entrance of a harbour,
Th. 4.8 (pl.); λιμὴν στενόν τινα ἔχων εἴ.
Pl. Ti. 25a
.