ἀκήριος(B),ον, (κῆρ)
A. without heart, i.e.,
I. lifeless, Hom. (not in Od. ), ἀκήριον αἶψα τίθησι
Il. 11.392
. cf. 21.466 .
II. heartless, spiritless,σέ που δέος ἴσχει ἀκήριονib. 5.812 , cf. 13.224 ; ἥμενοι αὖθι ἕκαστοι ἀκήριοι
7.100
; ἀκήριον ἠύτ' ὄνειρον
A.R. 2.197
.