LSJἐκβάσιοςGlossἐκβάσιος [ᾰ] , ον , epith. of Apollo, = Ἐκβ<>τήριος, A.R. 1.966 .ἐκβάσιος [ᾰ],ον, epith. of Apollo,= Ἐκβ<>τήριος,A.R. 1.966 .