LSJἐκβιούζειGlossἐκβιούζει (i.e. ἐκϝιύζει ) : θρηνεῖ μετὰ κραυγῆς, Hsch.ἐκβιούζει(i.e.ἐκϝιύζει): θρηνεῖ μετὰ κραυγῆς,Hsch.