ἔκβολ-ος,ον,
A. thrown outoraway, exposed,
ἔκβολον οἴκων βρέφος
E. Ph. 804
(lyr.) ;rejected,
σφόνδυλοι
Supp.Epigr. 2.569.22
(Didyma) ; ἔ. βροτῶν βίου
Luc. Trag. 215
.
2. frustrated,
LXX Ju. 11.11 .
3. cast out,[ἔφοδος]ὡσανεὶ κόσκινον[ἀριθμοὺς] ὥσπερ ἐ. ἀποχωρίσει
Iamb. in Nic. p.29P.
;τὰ διὰ κοσκίνου ἔ.ib. p.30P.
II. Subst. ἔκβολον,τό, outcast,
ἔ. κόρης