ἐκγίγνομαι, later and Ion.
ἐκγίν- [ῑ],fut. -γενήσομαι: Ep.
pf. ἐκγέγαα, 3 dual ἐκγεγάτην;part. ἐκγεγαώς,
Aeol.
A.
ἐκγεγόνων
Alc. Supp. 25.10
:—to be born ofa father, c.gen., οἳ Διὸς ἐξεγένοντο
Il. 5.637
, cf. 20.231 , etc. ; Ἐκγεγάτην..ἠελίοιο
Od. 10.138
; Ἑλένη Διὸς ἐκγεγαυῖα
11.3.199
, 418 ; τοίων πατέρων ἐξ αἵματος ἐκγεγάᾱτε
Hom. Epigr. 16.3
( ἐκγεγάασθε
Suid.