ἐκδῐαιτ-άω,
A. decide a case as διαιτητής,
Arist. Ath. 53.5 ; also, = κακῶς διαιτάω , inaor.I, Hsch.
II. more freq. Med. or Pass. ,regulate one's habits,
Hp. Insomn. 89 ;change one's mode of life,
εἴ τί που ἐξεδεδιήτητο ἐκ τῶν καθεστώτων νομίμων
Th. 1.132
, cf. D.H. 5.74 ; εἰς τὰ ἀμείνω καὶ Ἑλληνικὰ ἐκδεδιῃτημένη
Ath. 13.556c
: abs., ἐκδεδιῃτημένος having gone astray,
Ph. 2.48
; βίος ἐκδεδιῃτημένος undisciplined,
Men.Prot. p.2
D. : later c. acc., Ph. 2.128 ; ἐκδεδιῃτημένος τὰς ὑπογαστρίους ἡδονάς
Dam. Isid. 266
:—so in Act. , ἐξεδιῄτησε τὴν πάτριον ἁγνείαν