LSJἔκθιβοςGlossἔκθιβος and ἔκθροιβος: τὸ λῶμα τοῦ χιτῶνος, Hsch. ; cf. ὄχθοιβος.ἔκθιβοςandἔκθροιβος: τὸ λῶμα τοῦ χιτῶνος,Hsch. ; cf.ὄχθοιβος.Related Lemmasἔκθροιβος: