ἐκθρῴσκω,fut. -θοροῦμαι:aor. -έθορον:—
A. leap out of,c.gen., ἔκθορε δίφρου
Il. 16.427
; ἐκ δ' ἔθορε κλῆρος κυνέης
7.182
, cf. 23.353 ; ἐ.ναῶν
A. Pers. 457
;κραδίη δέ μοι ἔξω στηθέων ἐκθρῴσκει,of the violentbeatingof the heart, 11.10.95 : abs.,leap forth,
Ἀπόλλων ἀντίος ἐξέθορε
21.539
, cf. Corn. ND 19 : rarely c.acc., δίκτυον ἐ.
AP 9.371
;start up,
ἀπὸ τοῦ ὕπνου
Luc. DMar. 2.3
;come from the womb, to be born,
h.Ap. 119 .