LSJἐκκαλάξαι:Glossἐκκαλάξαι: κλῖναι τὸ ἱστίον, Hsch. (i.e. ἐκχαλάσαι ).ἐκκαλάξαι: κλῖναι τὸ ἱστίον,Hsch. (i.e.ἐκχαλάσαι).