ἐκκρεμ-άννῡμι,fut. -κρεμάσω,
A. hang fromorupona thing, Hp. Art. 22 (dub.) ; τι ἔκ τινος
Ar. Eq. 1363
; λίθον τοῦ ποδός
AP 11.100
( Lucill. ) ; τινὰ ἐξ Ὀλύμπου
Apollod. 1.3.5
.
II.
Pass. , like ἐκκρέμαμαι ,hang on by, cling to,c. gen., τῶν τε ξυσκήνων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι
Th. 7.75
, cf. Luc. Tox. 6 .
2. metaph.,to be devoted to,
Ἄρεος
E. El. 950
.