ἐκκωφ-έω,
A. deafen, stun,
τὰς Ἀθήνας ἐκκεκώφηκας βοῶν
Ar. Eq. 312
: — Pass. , αἱ δέ μευ φρένες ἐκκεκωφέαται
Anacr. 81
: metaph.,ἐς τὸ κάλλος ἐκκεκώφηται ξίφη are bluntedat the sight of.., E. Or. 1288 , cf. sq.
deafen, stun,
ἐκκωφ-έω,
A. deafen, stun,
τὰς Ἀθήνας ἐκκεκώφηκας βοῶν
Ar. Eq. 312
: — Pass. , αἱ δέ μευ φρένες ἐκκεκωφέαται
Anacr. 81
: metaph.,ἐς τὸ κάλλος ἐκκεκώφηται ξίφη are bluntedat the sight of.., E. Or. 1288 , cf. sq.