ἐκλύω[ῡ,
A.
v. λύω ],set free, πόνων fromlabours, A. Pr. 328 ;release,
ὕδατα
PTeb. 49.6
(ii B. C.):— Pass. ,to be set free,
ἐκλέλυμαι πόθου
Thgn. 1339
; ἐκ δεσμῶν
Pl. Phd. 67d
:— Med. ,getoneset free, release,
ἀλλ' ἄγε δή σε κακῶν ἐκλύσομαι
Od. 10.286
; τοῦ φόβου ς' ἐξελυσάμην
S. OT 1003
; θανάτου νιν ἐκλύσασθε
E. Andr. 818
; ἐξελυσάμην βροτοὺς τὸ μὴ μολεῖν