ἀκμηνός,ή,όν, (ἀκμή)
A. full-grown, θάμνος ἐλαίης
Od. 23.191
; νυμφῶν ἃς ἀκμηνὰς καλοῦσιν
Paus. 5.15.6
, cf. Jul. Laod. in Cat.Cod.Astr. 5(1).189 .
full-grown
ἀκμηνός,ή,όν, (ἀκμή)
A. full-grown, θάμνος ἐλαίης
Od. 23.191
; νυμφῶν ἃς ἀκμηνὰς καλοῦσιν
Paus. 5.15.6
, cf. Jul. Laod. in Cat.Cod.Astr. 5(1).189 .