ἐκνίζω,
A. wash out, purge away,
φόνον φόνῳ
E. IT 1224
; of crimes, Pl. Ep. 352c :— Med. ,wash off from oneself,
οὐδέποτε ἐκνίψει τὰ πεπραγμένα σαυτῷ
D. 18.140
; τὰ ἔθη γυναικῶν
Ph. 1.365
; ἄγος φόνου
Paus. 3.17.7
; τὸ θνητόν
Plu. 2.499c
.
b.
ἐκνενιμμένοι τόποι washed away,
POxy. 1469.6
(iii A.D.).