LSJἑκουσι-άζομαιGlossofferἑκουσι-άζομαι,A. offerorbe offered freely,ἐν τῷ ἑκουσιασθῆναι λαόνLXX Jd. 5.2;ὁ -όμενος τῷ νόμῳib.I Ma. 2.42 .ReferencesLXX Jd. 5.2Ma. 2.42