ἐκπίμπλημι,
A. fill up,
κρατῆρα
E. Cyc. 388
;ἐκ δ' ἐπίμπλαμεν δρόσου κρατῆρας filledthemfull of..,
Id. Ion 1194 .
2. satiate,
ὄμματ' ἐξεπίμπλαμεν
Id. Andr. 1087
; ἐκπιμπλάναι τὴν αὐτίκα φιλονικίαν
Th. 3.82
; τὰς ἐπιθυμίας
D.C. 41.27
:— Pass. , ὡς ἐξεπλήσθη [τὸ νόσημα]
S. Ph. 759
.
II. fulfil, ἐξέπλησε μοῖραν τὴν ἑωυτοῦ fulfilledhis destiny, Hdt. 3.142 ; ἐ. τοῦ ὀνείρου τὴν φήμην