ἐκπλέω,fut.-πλεύσομαι:pf.-
A.
πέπλευκα
IG 2.793a7
: Ion.
ἐκπλώω,aor.-έπλωσα:pf.
πέπλωκα
Lyc. 1084
:—sail outoraway,
τοῦ Πόντου
Hdt. 6.5
; ἔξω τοῦ Ἑλλησπόντου
Id. 5.103
; τῆσδ' ἐ. χθονός
S. Ph. 1375
;ἐκ τῆσδε γῆςib. 577 ; ἐ. ἐς ἀποικίην
Hdt. 6.22
;κατ' Εὐρώπης ζήτησιν, κατὰ ληί̈ην,