ἐκπολεμ-έω,
A. provoke to war,
ἵν' ἐκπολεμήσειε τοὺς Ἀθηναίους πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους
X. HG 5.4.20
(codd. and Harp. ), cf. Th. 6.91 :— Pass. , ἐκπεπολεμῆσθαι πρὸς τὸν ἑαυτοῦ οἶκον
Philostr. VA 5.35
.
II. go to war with,
LXX De. 20.10 , al.
provoke to war,
ἐκπολεμ-έω,
A. provoke to war,
ἵν' ἐκπολεμήσειε τοὺς Ἀθηναίους πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους
X. HG 5.4.20
(codd. and Harp. ), cf. Th. 6.91 :— Pass. , ἐκπεπολεμῆσθαι πρὸς τὸν ἑαυτοῦ οἶκον
Philostr. VA 5.35
.
II. go to war with,
LXX De. 20.10 , al.