ἐκπρεπ-ής,ές,
A. distinguished out of all, pre-eminent, remarkable,
ἐν πολλοῖσι
Il. 2.483
;μία ἐ. [νίκα] Pi. P. 7.12 ; μεγέθει ἐκπρεπεστάτα
A. Pers. 184
;εὐγένειαν ἐκπρεπεῖςib. 442 ; εἶδος ἐκπρεπεστάτη
E. Alc. 333
;Ῥόδα..τιθήνημ<> ἔαρος -έστατον
Chaerem. 13 ; ἐ. φύσιν
Nausicr. 2.6
; κότταβος..ἐκπρεπὲς ἔργον
Critias 2.1
; ἐ. [ἰδέα]
Pl. Phdr. 238a
; - έστερα ζῷα
Arist. Phgn. 810a8