ἔκσκευος,ον,
A. without equipment, without mask,Sch. Ar. Av. 95 .
II. ἔ. πρόσωπα specialmasks, Poll. 4.141 ; butἔκσκευα: τὰ παρεπόμενα πρόσωπα ἐπὶ σκηνῆς,
Hsch.
without equipment, without mask,
ἔκσκευος,ον,
A. without equipment, without mask,Sch. Ar. Av. 95 .
II. ἔ. πρόσωπα specialmasks, Poll. 4.141 ; butἔκσκευα: τὰ παρεπόμενα πρόσωπα ἐπὶ σκηνῆς,
Hsch.