ἑκτέος,α,ον, (ἔχω)
A. to be held,
Ar. Ach. 259 .
II. ἑκτέον,one must have,
χάριν τινί
X. Mem. 3.11.2
; πρόνοιαν
Aen.Tact. Praef. 3
;πλέον ἑ.,
= πλεονεκτητέον , Pl. Grg. 490c .
2. one must behave, comport oneself,
πρὸς τοὺς κινδύνους εὐρώστως
Iamb. VP 30.173
.