ἐκτομ-ίζω,
A.
= ἐκτέμνω, ἐκδομίζοντος (sic) αὐτοῦ τὴν ὅλην ἀλήθειαν
PMag.Par. 1.2452
.
ἐκτομ-ίζω , = ἐκτέμνω, ἐκδομίζοντος (sic) αὐτοῦ τὴν ὅλην ἀλήθειαν PMag.Par. 1.2452 .
ἐκτομ-ίζω,
A.
= ἐκτέμνω, ἐκδομίζοντος (sic) αὐτοῦ τὴν ὅλην ἀλήθειαν
PMag.Par. 1.2452
.