ἐκτρέπω, Ion.
ἐκτρᾰχηλ-τράπω [ᾰ],
A. turn out of the course, turn aside, τοῦ ποταμοῦ τὸ ῥέεθρον
Hdt. 1.186
, cf. 2.11 , Th. 5.65 ; μηδ' εἰς Ἑλένην κότον ἐκτρέψῃς
A. Ag. 1464
(lyr.), cf. Th. 628 (lyr.); τὸ δυστυχὲς δὲ τοῦτ' ἐς ἄλλον ἐκτρέπει
E. Supp. 483
;ἑαυτοῦ μιαρίαν εἴς τινα ἐ. Antipho 2.3.9 ; ἐ. [τινὰ] πρὸς ποίμνας
S. Aj. 53
:— Pass. and Med. ,turn offo<*>aside, ἐκτραπέσθαι ὁδὸν μακροτέρην
Hdt. 1.104
: abs., Id. 2.80 , X. HG 7.4.22 , etc.: c. gen.,turn aside from, τοῦ πρόσθεν λόγου
S. OT 851
; also ἐ. ἐκ . .